σανδάλιος

ὁ, Α [σάνδαλον]
χειρουργικός επίδεσμος, σανδάλιον*.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σανδάλιος — sandals masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σανδαλίοις — σανδάλιον sandals neut dat pl σανδάλιος sandals masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σανδαλίου — σανδάλιον sandals neut gen sg σανδάλιος sandals masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σανδαλίων — σανδάλιον sandals neut gen pl σανδάλιος sandals masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σανδαλίῳ — σανδάλιον sandals neut dat sg σανδάλιος sandals masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σανδάλιον — sandals neut nom/voc/acc sg σανδάλιος sandals masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.